Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007

Μια ζωή ... πατίνι.

Το σπορ λέγεται πατίνι.
Πώς λέμε μου έκανες τη ζωή πατίνι; Ε κάτι τέτοιο. Δηλαδή όχι ακριβώς. Αυτή είναι έκφραση κι εγώ μιλάω για το πραγματικό.
Και πού το θυμήθηκα;
Το είδα στην ταράτσα. Όχι το σπορ. Το .. όχημα.
Παιδικό παιχνίδι της ανιψιάς, ακουμπισμένο στον τοίχο, περίμενε υπομονετικά την κάτοχό του.


Περιμένοντας να γίνουν τα φαγώσιμα όντως φαγώσιμα, και έχοντας σχετικές παιδικές αναμνήσεις έντονες, είπα να επιχειρήσω να το περιεργαστώ λιγάκι.

Μικρός πολύ μικρός, μπορεί να μην είχα ποδήλατο με δύο ρόδες-είχα με τρεις-, αλλά πατίνι είχα.
Ιδιοκατασκευή. Δεν είμαι και σίγουρος ότι τότε πουλούσαν πατίνια.
Το δικό μου πατίνι λοιπόν, το κατασκεύαζε ο θείος ο Τάκης. Έτσι τον φώναζα.
Τεχνικός του ΟΤΕ εκείνος, έχοντας μοναδικό ανίψι, ανάμεσα στα πόδια τους, όλη η οικογένεια, την αφεντιά μου, -οι δυο αδελφές μου δεν λογίζονταν στο μέτρημα για αγορίστικα παιχνίδια-, μου είχε φτιάξει αρκετές φορές πατίνι.

Για ρόδες χρησιμοποιούσε δυο μεγάλα ρουλεμάν. Ένσφαροι τριβείς είναι το επίσημο όνομά τους.
Η όλη κατασκευή αποτελείτο από δυο τάβλες. Η μια γινότανε τιμόνι και η άλλη το πάτημα ενώ για τη μεταξύ τους ένωση κατασκεύαζε δυο λαμάκια σε σχήμα μεγάλου Π, που συνδέονταν με ένα πείρο. Τα λαμάκια αυτά τα στήριζε το ένα στο τιμόνι και το άλλο στο λατάκι που είχε στερεώσει στο οριζόντιο ξύλο που προοριζόταν για το πάτημα.
Κάπου στη μέση του οριζόντιου ξύλου τοποθετούσε ένα μοχλό, που τον πατούσα για φρένο. Προσπαθώ να θυμηθώ τη διάταξη αυτού του μηχανισμού αλλά δεν μπορώ.... Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι το σύστημα κατέληγε σε ένα πηχάκι, με λάστιχο από ρόδα αυτοκινήτου στην άκρη και όταν πατούσα αυτό το ιδιότυπο φρένο, εκείνο πίεζε το ρουλεμάν-ένσφαιρο τριβέα είπαμε- που έπαιζε ρόλο πίσω ρόδας και το .. όχημα σταματούσε.

Το πρόβλημα, με τα πατίνια αυτού του είδους, ήταν ότι τα ρουλεμάν γέμιζαν πολύ γρήγορα με χώματα και έπρεπε να τα πλένεις κάθε τόσο με πετρέλαιο.
Βλέπεις η γειτονιά που μεγάλωσα, δεν είχε δρόμος ασφάλτινους, μήτε πεζοδρόμια με πλάκες ή έστω από τσιμέντο.
Όλα ήταν χώμα.
Ναι, σε αλάνες μεγάλωσα.
Αυτές χάρηκα, εκεί μέτρησα το μπόι μου με τα δέντρα που μεγάλωναν, τη δύναμη των ποδιών μου με το πόσο μακριά έστελνα την μπάλα, τη δύναμη των χεριών μου με το ρίξιμο της πέτρας, αλλά και καμιάς μπουνιάς όταν τα πράγματα αγρίευαν.
Στις αλάνες που το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου ήταν να βάλεις δυο πέτρες ή και δυο σχολικές τσάντες και να φτιάξεις ένα τέρμα για να αρχίσεις ένα ντέρμπυ, ή να σκάψεις ένα λακουβάκι, και με δυο ξύλα να στήσεις το ξυλίκι.
Το ότι μπορεί να άνοιγε και κανένα κεφάλι ή να κινδύνευε το μάτι του απρόσεχτου, ήταν ενδεχόμενα προς αντιμετώπιση από τις μαμάδες και των μπαμπάδες. Εμείς είχαμε στην άκρη των δοντιών τη μόνιμη απάντηση: Άσε μας ξέρουμε.
Στις αλάνες τις περιοχής έπαιξα όλα τα παιχνίδια, εκεί δοκίμαζα και τις ικανότητες των πατινιών μου.
Το σημερινό πατίνι όμως δεν το είδα σε αλάνα, πού να τη βρεις άλλωστε τώρα πια, αλλά στην ταράτσα. Και βέβαια δεν ήταν από ξύλο, ούτε είχε για ρόδες ρουλεμάν.


Όπως ήταν λογικό, με όλες αυτές τις σκέψεις και τις εικόνες που μου ήρθαν στο μυαλό, από την εικόνα του ακουμπισμένου πατινιού, το βλέμμα αποσπάστηκε βίαια σχεδόν από τις διαδρομές του στην απεραντοσύνη της θάλασσας. Ακόμα και από τα κοψίδια που σιγοψήνονταν επάνω στη φωτιά.

Και ήταν επίσης λογικό ότι κατά βάθος ήθελα να πλησιάσω το πατίνι, όχι μόνον για να το περιεργαστώ.
Προσεκτικά ναι, και με κάποια συστολή ίσως, το πήρα στα χέρια μου. Πανάλαφρο.
Το πόδι ακούμπησε πάνω στη βάση. Ευτυχώς χώρεσε. Και επίσης ευτυχώς και ω του θαύματος μαζί, με άντεξε.
Για να είμαι ειλικρινής αυτό ήταν το μόνο μου ερωτηματικό. Αν θα με αντέξει ή θα πρέπει να τρέχω κυριακάτικα να ψάξω να το αντικαταστήσω.
Και οφείλω να το παραδεχτώ.
Παρά τα διαδιδόμενα, ότι πλέον δεν προσέχουν τις κατασκευές, το πατίνι με άντεξε.
Τουλάχιστον δυο τρεις στροφές περιμετρικά στην ταράτσα τις έκανα. Παρά τις παραινέσεις του νεοτέρου υιού που επισήμαινε πρόσεχε ρε πατέρα, εδώ είναι ταράτσα. Όταν του τα έλεγα εγώ πριν είκοσι χρόνια, πολύ που με άκουγε. Αλλά έτσι είναι τα πράγματα.
Ο καιρός περνάει και οι καταστάσεις αλλάζουν καθώς και η φορά των παραινέσεων.

Τώρα που το σκέπτομαι πάντως, μπορεί να είναι και πενήντα τα χρόνια από την τελευταία φορά που ανέβηκα σε πατίνι. Ίσως και περισσότερα!!!

Φυσικά. Το θέαμα ήταν μάλλον πολλαπλά ακατάλληλο δι' ανηλίκους και ενηλίκους και οι απόπειρες του είδους, δέον όπως αποσιωπώνται, αλλά από την άλλη πλευρά, η ικανοποίηση, οφείλω να το ομολογήσω, ότι ήταν αρκετά μεγάλη.
Ναι για το ότι με άντεξε το πατίνι λέω.
Και για το ότι ισορροπούσα χωρίς καμιά δυσκολία.
Εδώ που τα λέμε, άλλο πράγμα να είσαι σαν κλαράκι επάνω στο πατίνι και άλλο σαν να έχεις ... δραπετεύσει από τσίρκο...

Ίσως, αποτέλεσμα της ικανοποίησης αυτής, να ήταν και η καλή διάθεση στο τραπέζι.
Ακόμα και όταν η οικοδέσποινα κλήθηκε να σβήσει τα κεράκια της γενεθλιακής της τούρτας, πράγμα που με έκανε να αναρωτηθώ, μα πώς είναι δυνατόν να κλείνει τόσα; ( Βεβαίως και δεν θα πω πόσα κεράκια σβήστηκαν. Τα χρόνια και τα κιλά μιας κυρίας δεν κοινολογούνται.) Τη γνώρισα όταν ήταν δεκάχρονη και τώρα δεκάχρονη είναι η κόρη της.

Γεγονός είναι ότι η διάθεση από τη βόλτα με το πατίνι ανέβηκε πολύ όπως και το ηθικό.
Έτσι, τα ερωτήματα αυτού του είδους παραμερίστηκαν, χωρίς ιδιαίτερες επιπτώσεις στο συναισθηματικό πεδίο.

Το οποίο συναισθηματικό πεδίο πρόκειται να μείνει αλώβητο και από τα επερχόμενα εντός των επομένων ωρών.
Από τον αγώνα Ολυμπιακού Παναθηναϊκού εννοώ. Το ντέρμπυ των αιωνίων.
Σε λίγο αρχίζει και αυτός, αλλά ούτε το αποτέλεσμα του αγώνα αυτού είναι ικανό να επιδράσει στο δικό μου συναισθηματικό πεδίο.
Διακριτική ουδετερότης έναντι και τον δύο.

Παρόλα αυτά, λέω να παρακολουθήσω τον αγώνα και να μεταφέρω εδώ το αποτέλεσμα άμα τη λήξει.
Έτσι, για να το έχει πρόχειρο ο ιστορικός του μέλλοντος.
Και ο .. βιογράφος μου ...
Και πού είσαι βιογράφε, μην παραλείψεις να σημειώσεις ότι ο .. Πανιώνιος κέρδισε το Αιγάλεω και μάλιστα εκτός έδρας! Ε, να πω και για την ομάδα μου το κάτι τις της...

Επανέρχομαι.

Και ιδού.
Ολυμπιακός Παναθηναϊκός 0-1.
Α, βρε ταλαίπωρο Αεκάκι ...

Από το 1995 είχε να το πάθει αυτό ο Ολυμπιακός, λέει ο δημοσιογράφος.
Ε και;
Κι εγώ από το χίλια εννιακόσια πενηντακάτι είχα να ανέβω σε πατίνι...